Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

Ετυμολογία

Η γνωστή και πατροπαράδοτη έννοια της λέξης ατόφιος όπως αυτή ορίζεται από τα λεξικά είναι:

ατόφιος, -ια, -ιο επίθ. [ < μσν. αυτόφυος < αρχ. αυτοφυής] ακέραιος, ολόκληρος, Αντίθ. λειψός, μισερός II ολόιδιος, επίρ. ατόφια

Στις μέρες μας όμως οι λέξεις και οι έννοιες αλλάζουν. Αν κάποιος “googlaρει” την συγκεκριμένη λέξη θα βρει μια κάπως μεταλλαγμένη ερμηνεία:

ατόφιος
επίθ α / θ / ουδ ατόφιος, ατόφια, ατόφιο [a'tofcos, a'tofca, a'tofco] αυθεντικός, καθαρός (ατόφιο χρυσάφι)

Έτσι και εμείς λοιπόν θα προσπαθήσουμε να σας παρουσιάσουμε τις 2 όψεις του κάθε νομίσματος.

1 σχόλιο: